ἐπισκύνιον

ἐπισκύνιον [ῠ], τό,
A skin of the brows which projects over the eyes and is knitted in frowning (Arist.GA780b28), πᾶν δέ τ' ἐπισκύνιον κάτω ἕλκεται ὄσσε καλύπτων, of a lion, Il.17.136; δεινὸν ἐ. ξυνάγων, of Aeschylus, Ar.Ra.823 (hex.);

τοῖον ἐ. βλοσυρῷ ἐπέκειτο προσώπῳ Theoc.24.118

, cf.APl.4.100; ῥυσὸν ἐ., πολιὸν ἐ., AP6.64 (Paul.Sil.), 7.117 (Zenod.); even φαιδρὸν ἐ. ib.12.159 (Mel.); ἐπιστρέψας γυρὸν ., of one who puts on a wise face, ib.11.376.8 (Agath.): in pl., Posidipp. ap. Ath.10.414e: hence,
II. superciliousness, γυμνώσαντο βίου παντὸς ἐ., of Diogenes, AP7.63, etc.; but in Plb.25.3.6, simply, austerity, gravity of deportment.
III. Adj. ἐπισκύνιος, ον, supercilious, Gloss.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επισκύνιον — ἐπισκύνιον, τό (AM) το δέρμα τού μετώπου πάνω από τα φρύδια αρχ. 1. υπερηφάνεια, αλαζονεία 2. σεμνότητα, σοβαρότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < *επι σκύνιος, όπου το θέμα σκυν συνδέεται με αρχ. ινδ. sku nā ti «καλύπτει». Το απλό σκυνια «φρύδια» είναι σπάνιος… …   Dictionary of Greek

  • ἐπισκύνιον — skin of the brows neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκυνίοιο — ἐπισκύνιον skin of the brows neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκυνίοις — ἐπισκύνιον skin of the brows neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκυνίοισι — ἐπισκύνιον skin of the brows neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκυνίοισιν — ἐπισκύνιον skin of the brows neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκυνίου — ἐπισκύνιον skin of the brows neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκυνίων — ἐπισκύνιον skin of the brows neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκυνίῳ — ἐπισκύνιον skin of the brows neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκύνια — ἐπισκύνιον skin of the brows neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • FRONS — Genio olim sacra, teste Serv. qui addit Virg. Ecl. 6. v. 22. et 7. v. 27. Aen. l. 5. v. 567. Unde quoties Deum veneramur, frontem tangimus: Plin. sic describitur l. 11. c. 37. Frons et aliis (animantibus) sed homini tantum tristitiae, hilaritatis …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.